← Επιστροφή στο blog

Πρώτα, να συναντήσεις το συναίσθημα

Όταν ένα παιδί βρίσκεται μέσα στη δίνη ενός δυνατού συναισθήματος, δύσκολα μπορεί να ακούσει. Ο θυμός, ο φόβος, η λύπη ή η ντροπή γεμίζουν όλο τον εσωτερικό του κόσμο. Εκείνη τη στιγμή δεν περισσεύει χώρος για εξηγήσεις, συμβουλές και διορθώσεις.

Ακόμη και η παρηγοριά μπορεί να φτάσει πολύ νωρίς. Ένα βιαστικό «μη στενοχωριέσαι» ίσως ακουστεί σαν να του ζητάμε να αφήσει στην άκρη αυτό που αισθάνεται. Μια συμβουλή μπορεί να μοιάσει με πόρτα που κλείνει πριν προλάβει να μιλήσει η καρδιά του.

Το παιδί δεν χρειάζεται εκείνη την ώρα να του δείξεις τον σωστό δρόμο. Χρειάζεται πρώτα να νιώσει πως δεν είναι μόνο μέσα στην καταιγίδα του. Να συναντήσει ένα βλέμμα που δεν φοβάται την έντασή του. Μια ήρεμη παρουσία που δεν προσπαθεί να το αλλάξει αμέσως.

Ίσως αρκεί να του πεις:

  • «Βλέπω πόσο πολύ σε πείραξε».
  • «Ήταν δύσκολο αυτό που συνέβη».
  • «Είμαι εδώ μαζί σου».

Λίγες απλές λέξεις, ειπωμένες με αληθινή τρυφερότητα, μπορούν να γίνουν ένα απαλό χέρι πάνω στην αναστατωμένη ψυχή του. Δεν εξαφανίζουν τον πόνο. Τον κάνουν όμως λιγότερο μοναχικό.

Όταν το παιδί αισθανθεί πως το καταλαβαίνουμε, κάτι μέσα του αρχίζει σιγά σιγά να ηρεμεί. Η ανάσα του γίνεται πιο βαθιά. Η καρδιά του χαλαρώνει. Κι εκεί όπου πριν υπήρχε μόνο αναστάτωση, γεννιέται ξανά η δυνατότητα να ακούσει, να μιλήσει, να δεχτεί βοήθεια.

Αυτό είναι μια μορφή συναισθηματικών πρώτων βοηθειών. Να μη σπεύδεις να διορθώσεις την πληγή, πριν πρώτα την αναγνωρίσεις. Να μη βιάζεσαι να διδάξεις, πριν το παιδί νιώσει πως το είδες.

Και ίσως αυτό να ισχύει και για εμάς τους μεγάλους. Πριν από τη λύση, λαχταρούμε κατανόηση. Πριν από τη συμβουλή, χρειαζόμαστε κάποιον να μείνει. Πριν από τα πολλά λόγια, ένα πρόσωπο που θα μας ψιθυρίσει:

«Καταλαβαίνω πως πονάς. Δεν χρειάζεται να το περάσεις μόνος σου».