← Επιστροφή στο blog

Τα παιδιά που μεγαλώνουν γονείς

Αλήθεια, πόσο δύσκολο είναι για ένα παιδί να αισθάνεται πως πρέπει να μεγαλώσει τον γονιό του. Να κοιτάζει προσεκτικά το πρόσωπό του πριν μιλήσει, να μετρά τις λέξεις του, να κρύβει τη λύπη του, μήπως προκαλέσει ακόμη μία ένταση ή προσθέσει άλλο βάρος στην ήδη κουρασμένη ψυχή του μεγάλου.

Έτσι, κάποια παιδιά μαθαίνουν από πολύ νωρίς να γίνονται ήσυχα, βολικά και υπερβολικά υπεύθυνα. Δεν ζητούν πολλά. Δεν διαμαρτύρονται. Δεν φέρνουν στο σπίτι τις δυσκολίες τους. Κρατούν τα δάκρυά τους για τις ώρες που κανείς δεν τα βλέπει, επειδή πιστεύουν πως οι μεγάλοι δεν αντέχουν άλλη στενοχώρια.

Μπορεί να τα θαυμάζουμε για την ωριμότητά τους. Να λέμε πόσο λογικά, δυνατά και ανεξάρτητα είναι. Μα πίσω από αυτή την πρόωρη ωριμότητα υπάρχει συχνά ένα παιδί που κατάλαβε πως, για να διατηρηθεί η ηρεμία στο σπίτι, χρειάζεται να λιγοστέψει τις ανάγκες του και να φροντίζει περισσότερο τους άλλους απ’ όσο φροντίζεται το ίδιο.

Κάποτε γίνεται παρηγορητής εκείνων που θα έπρεπε να το παρηγορούν. Ακούει τα προβλήματα των γονιών του, μεσολαβεί στις διαφωνίες τους, φροντίζει τα μικρότερα αδέλφια, προσπαθεί να κρατά τους πάντες ήρεμους και να μη δίνει αφορμές. Σηκώνει ενοχές, φόβους και οικογενειακά βάρη που δεν ανήκουν στους μικρούς του ώμους.

Σε μια σύγχρονη πολυκατοικία ζούσε ένα παιδί που όλοι στο σπίτι αποκαλούσαν «το δυνατό μας παιδί». Η μητέρα του τού έλεγε τα βράδια πόσο κουρασμένη ήταν. Ο πατέρας του μοιραζόταν μαζί του τα προβλήματα της δουλειάς και τα παράπονα από τον γάμο του. Τα μικρότερα αδέλφια του έτρεχαν κοντά του κάθε φορά που φοβούνταν ή χρειάζονταν βοήθεια.

Το παιδί άκουγε τους πάντες. Ηρεμούσε τη μητέρα του, συμβούλευε τον πατέρα του, βοηθούσε τα αδέλφια του στα μαθήματα και φρόντιζε να μη δημιουργεί κανένα δικό του πρόβλημα. Όταν το ρωτούσαν πώς είναι, απαντούσε γρήγορα: «Καλά». Είχε καταλάβει πως στο σπίτι υπήρχαν ήδη αρκετές δυσκολίες και δεν ήθελε να προσθέσει ακόμη μία.

Ένα βράδυ κόπηκε το ρεύμα. Τα κινητά όλων είχαν σχεδόν αδειάσει και οι μεγάλοι άρχισαν να αναζητούν φορτιστές και power banks. Το παιδί έβγαλε από την τσάντα του τη μικρή φορητή μπαταρία που κρατούσε για το σχολείο και τη μοίρασε στους υπόλοιπους. Φόρτισε πρώτα το τηλέφωνο της μητέρας του, ύστερα του πατέρα του και τέλος της μικρής του αδελφής.

«Εσύ;» το ρώτησε κάποια στιγμή η μητέρα του. «Δεν χρειάζεσαι φόρτιση;»

Το παιδί κοίταξε τη δική του σβηστή οθόνη και χαμογέλασε. «Δεν πειράζει. Εγώ αντέχω».

Εκείνη τη στιγμή η μητέρα ένιωσε κάτι να σφίγγει την καρδιά της. Κατάλαβε πως το παιδί της δεν είχε γίνει μόνο το power bank των τηλεφώνων τους. Είχε γίνει το συναισθηματικό power bank ολόκληρης της οικογένειας. Όλοι ακουμπούσαν επάνω του την κούραση, τον φόβο και τη μοναξιά τους. Όλοι αντλούσαν από τη δύναμή του, μα κανείς δεν είχε σταθεί να αναρωτηθεί ποιος φρόντιζε τη δική του μπαταρία.

Κάθισε δίπλα του και του πήρε απαλά το χέρι. «Συγγνώμη», του είπε. «Σε αφήσαμε να πιστέψεις πως πρέπει να μας κρατάς όλους όρθιους. Δεν είναι δική σου δουλειά να φορτίζεις τους μεγάλους. Εμείς χρειάζεται να φροντίσουμε εμάς και να είμαστε εδώ για να γεμίζουμε εσένα με ασφάλεια, ξεκούραση και αγάπη».

Το παιδί δεν απάντησε αμέσως. Μόνο ακούμπησε το κεφάλι του στον ώμο της, σαν να περίμενε πολύ καιρό την άδεια να κουραστεί. Εκείνο το βράδυ το σπίτι έμεινε χωρίς ηλεκτρικό φως, μα άνοιξε μια μικρή χαραμάδα φωτός σε μια σχέση που είχε αρχίσει να ζητά από ένα παιδί περισσότερα απ’ όσα του αναλογούσαν.

Ίσως αυτή να είναι μια εικόνα πολλών σημερινών οικογενειών. Ένα παιδί που γίνεται η φορητή ψυχική μπαταρία των μεγάλων. Πάντοτε διαθέσιμο, πάντοτε υπεύθυνο, πάντοτε έτοιμο να προσφέρει ενέργεια, ενώ κανείς δεν προσέχει πόσο έχει εξαντληθεί. Κι όταν κάποτε απομακρύνεται, θυμώνει ή καταρρέει, οι μεγάλοι απορούν τι του συνέβη, χωρίς να βλέπουν πως για χρόνια λειτουργούσε με το τελευταίο απόθεμα της παιδικής του δύναμης.

Μπορεί ακόμη να ακούει τη φράση: «Εσύ είσαι η δύναμή μου». Μια φράση που ακούγεται τρυφερή, μα μπορεί να γίνει πολύ βαριά για μια παιδική καρδιά. Το παιδί αρχίζει να πιστεύει πως δεν δικαιούται να λυγίσει, γιατί μαζί του θα καταρρεύσει και ο γονιός. Πως πρέπει να παραμένει δυνατό, χαμογελαστό και διαθέσιμο, ακόμη κι όταν μέσα του πονά.

Ένα παιδί, όμως, δεν γεννήθηκε για να γίνει το στήριγμα του γονιού του. Δεν του αναλογεί να κρατά όρθιο το σπίτι, να θεραπεύει τις πληγές των μεγάλων, να γίνεται ο έμπιστος σύντροφος της μητέρας ή ο σύμβουλος του πατέρα. Χρειάζεται να γνωρίζει πως οι γονείς του μπορούν να φροντίσουν τον εαυτό τους και να αναζητήσουν στήριξη από άλλους ενηλίκους.

Χρειάζεται να μπορεί να φοβάται χωρίς να ντρέπεται, να θυμώνει χωρίς να αισθάνεται αχάριστο, να κάνει λάθη χωρίς να πιστεύει πως επιβαρύνει την οικογένεια. Να ζητά φροντίδα, να παίζει, να ξεκουράζεται, να είναι κάποιες φορές ανέμελο, ασυνεπές και αδύναμο, όπως επιτρέπει η ηλικία και η ανθρώπινη φύση του.

Αυτό δεν σημαίνει πως οι γονείς χρειάζεται να κρύβουν κάθε δυσκολία ή να εμφανίζονται άτρωτοι. Μπορούν να μιλούν με ειλικρίνεια, χωρίς όμως να παραδίδουν στο παιδί την ευθύνη να τους ανακουφίσει. Μπορούν να πουν: «Είμαι στενοχωρημένος, αλλά θα το φροντίσω», «Περνάμε μια δυσκολία, όμως δεν είναι δική σου ευθύνη», «Μπορείς να συνεχίσεις να παίζεις, να χαίρεσαι και να ζεις τη δική σου ζωή».

Ας μεγαλώσουμε, λοιπόν, εμείς οι μεγάλοι. Ας αναλάβουμε τις πληγές, τις ανάγκες, τις σχέσεις και τις επιλογές μας. Ας ζητούμε βοήθεια από ανθρώπους που μπορούν πραγματικά να μας στηρίξουν και ας μην ακουμπάμε στις παιδικές καρδιές βάρη που ανήκουν στον κόσμο των ενηλίκων. Τα παιδιά μας δεν είναι οι φορητές μπαταρίες της ψυχής μας· είναι μικροί άνθρωποι που χρειάζονται να φορτίζονται καθημερινά με παρουσία, ασφάλεια, ελευθερία και τρυφερότητα, ώστε να μεγαλώσουν χωρίς να χρειαστεί πρώτα να εξαντληθούν μεγαλώνοντας εμάς.